σιαλικός

(I)
-ή, -ό / σιαλικός, -ή, -όν, ΝΜΑ [σίαλον]
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον σίαλο, στο σάλιο
νεοελλ.
φρ. α) «άνω σιαλικός πυρήνας»
ανατ. πυρήνας τού εγκεφαλικού στελέχους από τον οποίο εκπορεύονται οι προγαγγλιακές παρασυμπαθητικές ίνες που περιέχονται στο προσωπικό νεύρο και προορίζονται για τον υπογνάθιο και υπογλώσσιο σιαλογόνο αδένα
β) «κάτω σιαλικός πυρήνας»
ανατ. πυρήνας τού εγκεφαλικού στελέχους από τον οποίο εκπορεύονται οι ίνες που περιέχονται στο γλωσσοφαρυγγικό νεύρο και προορίζονται για την παρωτίδα
γ) «σιαλικό συρίγγιο»
ιατρ. συρίγγιο ενός σιαλογόνου αδένα ή τού εκφορητικού πόρου του
δ) «σιαλικά οξέα»
(βιοχ.) ομάδα αμινοσακχάρων που περιέχουν 9 ή περισσότερα άτομα άνθρακα και τα οποία είναι Ν-ακυλοπαράγωγα τού νευραμινικού οξέος και αποτελούν συστατικά τού μορίου τών γαγγλιοζιτών και γενικότερα τών λιπιδίων, τών πολυσακχαριτών και τών βλεννοπρωτεϊνών.
————————
(II)
-ή, -ό, Ν [σιάλ]
1. γεωλ.
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο σιάλ
2. φρ. «σιαλικά μάγματα»
γεωλ. μάγματα γρανιτικής σύστασης, τα οποία σχηματίζονται στο στρώμα σιάλ τού στερεού φλοιού τής Γης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάλιαγκας — και σάλιακας και σάλιαγκος, ο, Ν 1. το σαλιγκάρι 2. είδος φυτού 3. παροιμ. «σάλιαγκα σπίτι καίγεται κι εκείνος τραγουδάει» λέγεται για εκείνους που αδυνατούν να αντιληφθούν το μέγεθος τής συμφοράς που έχουν πάθει. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει προέλθει από… …   Dictionary of Greek

  • σαλιγκάρι — και σαλιγγάρι, το, Ν κοινή ονομασία τών γαστερόποδων μαλακίων και ειδικότερα όσων φέρουν σπειροειδές κέλυφος, ονομασία που, συνήθως, αναφέρεται, στα χερσαία πνευμονοφόρα γαστερόποδα, γνωστότερα από τα οποία είναι τα εδώδιμα και μεγάλης… …   Dictionary of Greek

  • σιαλίτης — ή σιελίτης, ο, ΝΜ σιαλικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίαλον / σίελον «σάλιο» + κατάλ. ίτης (πρβλ. δενδρ ίτης)] …   Dictionary of Greek

  • ισοστασία ή ισοστατική ισορροπία — Οι συνθήκες ισορροπίας των διαφόρων τεμαχίων του φλοιού της Γης και το σύνολο των παραγόντων που την προκαλούν. Σύμφωνα με τη θεωρία του Πρατ –την οποία υιοθέτησε, τροποποιώντας την σε ορισμένα σημεία, ο Άγγλος αστρονόμος Έιρι το 1885 (αργότερα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.